βληστρίζω

βληστρίζω
See also: s. βάλλω.
Page in Frisk: 1,244

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • βληστρίζω — (Α) φρ. «βληστρίζω ἐμαυτόν» ρίχνομαι εδώ κι εκεί, παραδέρνω. [ΕΤΥΜΟΛ. < (αμάρτ.) *βλήστρον < (ρίζα) βλη τού βάλλω + (επίθημ.) τρον (βλ. αμφίβληστρον)] …   Dictionary of Greek

  • βληστρίζει — βληστρίζω toss about pres ind mp 2nd sg βληστρίζω toss about pres ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐβλήστριζον — βληστρίζω toss about imperf ind act 3rd pl βληστρίζω toss about imperf ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βληστρίζεσθαι — βληστρίζω toss about pres inf mp …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βληστρίζοντες — βληστρίζω toss about pres part act masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βληστρίζωνται — βληστρίζω toss about pres subj mp 3rd pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βληστρίζοντ' — βληστρίζοντα , βληστρίζω toss about pres part act neut nom/voc/acc pl βληστρίζοντα , βληστρίζω toss about pres part act masc acc sg βληστρίζοντι , βληστρίζω toss about pres part act masc/neut dat sg βληστρίζοντι , βληστρίζω toss about pres ind… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.